Η Ιερά μας Μητρόπολη έχει καθιερώσει την πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να εορτάζεται η σύναξη των τοπικών της Αγίων, του Αγίου Γεωργίου του Νεαπολίτου, του Αγίου Αθανασίου του Κουλακιώτου, του Αγίου Ακακίου του Ασβεστοχωρίτου και του Αγίου Θεοχάρη του Νεαπολίτου. Η πανήγυρις λαμβάνει χώρα στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Γεωργίου όπου και μεταφέρονται τεμάχια των λειψάνων των Αγίων και τελούνται καθ’ όλη την εβδομάδα πανηγυρικές ακολουθίες προς τιμήν των Αγίων. Παρακάτω παρατίθενται οι βίοι των Αγίων.

neapolites

Αγ. Γεώργιος

Ο Άγιος Γεώργιος, ο νέος ιερομάρτυρας του Χριστού, έζησε στη Νεάπολη της Μικράς Ασίας (τουρκ. Νεβ-Σεχήρ) τον δέκατο όγδοο αιώνα. Ήταν ιερέας στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και υπηρετούσε με δικαιοσύνη και οσιότητα το ποίμνιο του ως αληθής λειτουργός του Υψίστου. Προικισμένος με τις αρετές της αγάπης και της πραότητας, της φιλαδελφίας και της ανεξικακίας, ταπεινός και άμεμπτος ήταν το στήριγμα και η παραμυθία των Ελλήνων χριστιανών που ζούσαν τότε κάτω από το ζυγό των Τούρκων. Ως επίγειος άγγελος ο θείος Γεώργιος υπηρετούσε με προθυμία τους συνανθρώπους του καλλιεργώντας τα θεία χαρίσματα και ευαρεστώντας τον Θεό.

Το έτος 1797 προσκλήθηκε στο χωριό Μαλακοπή -που βρισκόταν σε απόσταση έξι ωρών από τη Νεάπολη- για να ιερουργήσει σε κάποια μεγάλη γιορτή και να αγιάσει τους ευσεβείς χριστιανούς, γιατί ο ιερέας τους ήταν ασθενής ή, κατά τη γνώμη άλλων, κρυβόταν από τη μανία των Αγαρηνών. Ο γέροντας πια Γεώργιος αποδέχθηκε ευχαρίστως την πρόσκληση χωρίς να υπολογίσει την ταλαιπωρία και προπάντων τους κινδύνους.

Ανεβασμένος στο γαϊδουράκι του, καχεκτικός, πορευόταν πρόθυμος. Κόντευε πια στη Μαλακοπή, όταν ξαφνικά στη θέση « Κομπιά Ντερέ», δηλαδή «ρεματιά» δέχθηκε την άγρια επίθεση Τούρκων βοσκών, οι οποίοι έπεσαν επάνω του εξαγριωμένοι και με απερίγραπτη μανία. Τον λήστεψαν, τον γύμνωσαν και, τέλος του έδωσαν μαρτυρικό θάνατο αποκόπτοντας την τιμία κεφαλή του. Το σώμα του, γυμνό και ματωμένο, μαζί με το κεφάλι κατέληξαν σε παρακείμενο φαράγγι, η ψυχή όμως πέταξε κοντά στον Κύριον της για να την κατατάξει στους Οσίους και τους Ιερομάρτυρες.

Πέρασαν τέσσερις ημέρες χωρίς ο Άγιος ιερέας να εμφανισθεί στη Μαλακοπή, αλλά ούτε να επιστρέψει στη Νεάπολη. Ανήσυχοι οι Νεαπολίτες βγήκαν σε αναζήτησή του.Βρήκαν το άγιο σώμα του και την τιμία κεφαλή και θρηνώντας και κλαίγοντας για τον σκληρό θάνατο του ποιμένα τους τον κήδευσαν επιτόπου βιαστικά, φοβούμενοι τη μανία των Αγαρηνών. Πάνω στον τάφο μια πέτρα έφερε την απλή επιγραφή : «Ιερεύς Γεώργιος».

Πέρασε έτσι αρκετός καιρός, όταν μια νύκτα ο άγιος ιερομάρτυς εμφανίζεται σε όραμα σε μια ευλαβή χήρα διηγούμενος τα όσα συνέβησαν και προτρέποντάς την να ενημερώσει τη Δημογεροντία, για να φροντίσουν να τον βρουν στην τοποθεσία όπου είχε ταφεί. Η γυναίκα δεν έδωσε σημασία, όταν όμως έπειτα από λίγες μέρες το όνειρο επαναλήφθηκε, έντρομη έπραξε όσα της ζήτησε ο άγιος. Δίχως αναβολή οι ευσεβείς Νεαπολίτες με επικεφαλής τον ιερέα τους, ονόματι Νεόφυτο, γιο του επίσης ιερέα Βασιλείου, συνεφημερίου του αγίου, σπεύδουν και ανασκάπτουν τον πρόχειρο εκείνο τάφο. Ω, του θαύματος! Το λείψανο του Αγίου υπάρχει σώο και ακέραιο διαχέοντας ουράνια ευωδία και Χάρη! Αφού το προσκύνησαν με ευλάβεια και δέος, το τοποθέτησαν σε ξύλινη λάρνακα και το μετέφεραν στην οικία του π. Νεοφύτου όπου, κατά την επιθυμία του ίδιου του Αγίου, φυλασσόταν σε ένα κελί.

Εκεί προσέρχονταν πάρα πολλοί, ντόπιοι και ξένοι, για να προσκυνήσουν τον Άγιο και να λάβουν αγιασμό από το σεπτό λείψανό του. Αρχίζουν να τελούνται θαύματα. Ασθένειες και αναπηρίες θεραπεύονται, άτεκνοι αποκτούν παιδιά, ψυχικά νοσήματα εξαφανίζονται, ακόμη και για ανομβρία καταφεύγουν στον Άγιο οι Νεαπολίτες, για να δουν σε λίγη ώρα την ευλογημένη βροχή να πέφτει δυνατή. Όλοι ομολογούσαν πόσο θαυματουργός αναδείχτηκε ο Άγιος Γεώργιος!

Το 1924, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, αναχώρησαν και οι Έλληνες της Καππαδοκ ίας για την ελεύθερη Ελλάδα παίρνοντας ο καθένας μαζί του ό,τι θεωρούσε πολυτιμότερο. Ο τότε εφημέριος του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος, θεωρώντας πρώτο του καθήκον την ασφαλή μεταφορά του θαυματουργού και άφθαρτου λειψάνου του Αγίου Γεωργίου, το μετέφερε από την παραλία της Μερσίνης με ατμόπλοιο στην Αττική. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχε μεγάλη θαλασσοταραχή, η οποία όμως κόπασε με θαύμα του Αγίου.

Στην Αττική το ιερό λείψανο παραδόθηκε στους Νεαπολίτες, οι οποίοι το τοποθέτησαν με ευλάβεια στον Ιερό Ναό του Αγίου Ευσταθίου στη Νέα Νεάπολη του Περισσού. Από τότε άπειρα είναι τα θαύματα και οι ιάσεις που ενεργεί ο Άγιος Γεώργιος σε όσους με πίστη επικαλούνται το όνομά του.

Από τις 2-11-1999, κατόπιν παρακλήσεως του Α΄ Μητροπολίτη κ.κ. Διονυσίου και ευγενούς παραχωρήσεως του Σεβασ. Μητροπολίτη Τριφυλίας και Ολυμπίας κ.κ. Στεφάνου, τεμάχιο του ιερού λειψάνου του Αγίου είναι θησαυρισμένο στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γεωργίου Νεαπόλεως, για μόνιμη ευλογία του χριστεπώνυμου πληρώματος της Ιεράς Μητροπόλεως. Η μνήμη του Αγίου Γεωργίου του Νεαπολίτη τιμάται στις 3 Νοεμβρίου.

Άγ. Αθανάσιος

Ο Άγιος Αθανάσιος ο Κουλακιώτης καταγόταν από ένα χωριό της Θεσσαλονίκης, την Κουλακιά (σημερινή Χαλάστρα). Γεννήθηκε το 1749. Οι γονείς του, Πολύχρους και Λουλούδω, ήταν προύχοντες της περιοχής και διακρίνονταν για την ευσέβεια τους. Έτσι, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ανατράφηκε σε ένα ευσεβές, χριστιανικό περιβάλλον. Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του, στη συνέχεια φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης, στο οποίο δάσκαλος ήταν ο ιερομόναχος Αθανάσιος ο Πάριος. Κατόπιν, για να συμπληρώσει τις σπουδές του πήγε στο Άγιο Όρος, στο σχολείο του Βατοπεδίου, όπου δίδασκε ο Παναγιώτης Παλαμάς.Διακρίθηκε μάλιστα για την πολύ καλή επίδοση του. Στη συνέχεια, διδάχτηκε και τη Λογική του Ευγενίου, έχοντας δάσκαλο τον Νικόλαο Τζαρτζούλιο, από το Μέτσοβο, ο οποίος αποστάλθηκε στον Άθω από τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία.

Όταν έφυγε ο δάσκαλος του από την Αθωνιάδα, τον ακολούθησε και ο Αθανάσιος, κατευθυνόμενος προς την Κωνσταντινούπολη. ‘Επειτα, όμως, από δύο σχεδόν χρόνια, επέστρεψε στο ‘Aγιον Όρος, και στο διάστημα αυτό επισκέφτηκε και την ιδιαίτερη πατρίδα, την Κουλακιά. Εκεί υπήρχε Βασιλικός Μελτζιχανάς (τόπος θρησκευτικών συγκεντρώσεων), τον οποίο συνήθιζε, όταν βρισκόταν στο χωριό του, να επισκέπτεται, για να συζητά και να ακούει διάφορες ειδήσεις.

Μια μέρα, λοιπόν, έτυχε μαζί με τον Άγιο να βρίσκεται εκεί και κάποιος εμίρης. Κατά τη δι άρκεια της κουβέντας τους, ο Αθανάσιος, που γνώριζε και την τουρκική και την αραβική γλώσσα, είπε στον εμίρη με απλότητα: «Η πίστη σας σ’ αυτούς τους λόγους συγκεφαλαιώνεται», και ανέφερε προφορικά τις λέξεις που συνόψιζαν την μουσουλμανική πίστη. Ο εμίρης, όμως, μόλις άκουσε την απλή εκφορά των συγκεκριμένων λόγων τη θεώρησε τέλεια ομολογία πίστης και είπε προς τον Αθανάσιο: «Εσύ έκανες σαλαβάτι (ομολογία) και έγινες Τούρκος». Μάταια εκείνος προσπάθησε να του εξηγήσει πως η απλή εκφορά από μέρος του λέξεων στις οποίες περικλειόταν η οθωμανική πίστη σε καμία περίπτωση δε σήμαινε πως και ο ίδιος ασπαζόταν αυτή την πίστη.

Ο Τούρκος αξιωματούχος δεν πείστηκε και τον παρέδωσε στον Οθωμανό επιστάτη του Μελτζιχανά, ζητώντας του να τον προσέχει έως ότου ο ίδιος επιστρέψει. Εκείνος έφυγε αμέσως για τη Θεσσαλονίκη και παρουσιάστηκε στο Μουλά, στον οποίο συκοφάντησε με θράσος τον αγαθό Αθανάσιο, ότι δήθεν έκανε «σαλαβάτι» και ομολόγησε την πίστη τους, μα κατόπιν άλλαξε γνώμη και την αρνήθηκε περιπαίζοντας την. Τότε ο Μουλάς στέλνει και φέρνουν μπροστά του τον Άγιο και ακούει και πάλι την υπόθεση της κατηγορίας. Στη συνέχεια υποβάλει ερωτήσεις στον κατηγορούμενο Αθανάσιο, ο οποίος του εξηγεί όλη την αλήθεια. Αφού τον άκουσε με προσοχή ο κριτής, έκρινε πολύ ορθά την υπόθεση, παραδεχόμενος πως δεν αρκεί, για να γίνει κάποιος Τούρκος, να γνωρίζει απλώς τις αρχές της οθωμανικής πίστης. Και στρεφόμενος προς τον εμίρη, του είπε, αποστομώνοντας τον: «κι εσύ, αν γνώριζες το σύμβολο της πίστεως του και του έλεγες ότι σ’ αυτό στηρίζεται η πίστη του, δε θα γινόσουν χριστιανός μόνο και μόνο προφέροντας τις σχετικές λέξεις».

Ωστόσο, οι αγάδες που παρευρίσκονταν εκεί, διαφωνούσαν έντονα, υποστηρίζοντας ότι η πίστη τους δε μπορούσε να περιπαίζεται. Έτσι, λοιπόν, άλλαξε γνώμη και ο κριτής και άρχισε, άλλοτε με κολακείες και άλλοτε με φοβέρες, να παρακινεί τον Αθανάσιο να αλλαξοπιστήσει, λέγοντας του πως ό,τι έκανε (την δήθεν ομολογία), το έκανε παρακινημένος από το Θεό. Γι’ αυτό και θα έπρεπε να φανεί συνεπής με το «σαλαβάτι» του, γιατί η οθωμανική πίστη δε ήταν δυνατόν να καταφρονείται. Ο Μάρτυρας, όμως, σταθερός στην πίστη του, δεν ανταποκρίθηκε στις προτροπές του εμίρη ούτε δείλιασε μπροστά στις φοβέρες του. Τότε εκείνος διέταξε να τον φυλακίσουν.

‘Ύστερα από αρκετές μέρες, απαίτησε να τον φέρουν και πάλι μπροστά του για να τον εξετάσει. Όταν διαπίστωσε, όμως, ότι ο Αθανάσιος παρέμενε σταθερός και αμετακίνητος, εξ έδωσε τελικά εναντίον του καταδικαστική απόφαση. Έτσι τον παρέλαβαν οι δήμιοι και τον κρέμασαν έξω από την πόλη ( στο χώρο όπου βρίσκεται σήμερα το παρεκκλήσι που φέρει το όνομά του, στο κοιμητήριο της Αγίας Παρασκευής). Με αυτό τον τρόπο μαρτύρησε ο Άγιος Αθανάσιος, στις 8 Σεπτεμβρίου του 1774, σε ηλικία μόλις 25 ετών.

Άγ. Ακάκιος

Ο Αθανάσιος (αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Ακακίου) καταγόταν από το Νεοχώρι (σημερινό Ασβεστοχώρι) της Θεσσαλονίκης. Οι γονείς του, ευρισκόμενοι στις Σέρρες, αναγκάζονται να παραδώσουν τον εννιάχρονο Αθανάσιο σε κάποιον υποδηματοποιό για να του διδάξει την τέχνη του. Η σκληρή συμπεριφορά του αφεντικού του και η κακομεταχείριση τον εξώθησαν στην εξόμωση προκειμένου να απαλλαγεί από τα βάσανα για να ζήσει μια καλύτερη ζωή. Μεγάλη Παρασκευή τον έπεισαν να αλλαξοπιστήσει! Να αρνηθεί το Χριστό! Να γίνει Μωαμεθανός! Υιοθετήθηκε από τον Τούρκο ηγεμόνα της περιοχής Ισούφ Μπέη κι έμεινε κοντά του εννιά χρόνια.

Σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και εξαιτίας προβλημάτων που είχε με τη μητριά του συκοφαντήθηκε και εκδιώχθηκε. Τότε άρχισε ο δρόμος της επιστροφής. Γυρίζει κοντά στους γονείς του, στη Θεσσαλονίκη. Ακολουθώντας τις συμβουλές τους μεταβαίνει στο ‘Αγιον ‘Ορος, όπου αφού περιπλανήθηκε σε αρκετές μονές, καταλήγει τελικά στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στη συνοδεία του Γέροντος Νικηφόρου, υποτακτικός στο Γέροντα Ακάκιο. Γίνεται μοναχός με το όνομα Ακάκιος και έπειτα από διάστημα έντονης ασκήσεως, έχοντας τις ευλογίες των πατέρων, ξεκινάει στις 10 Απριλίου 1816 για την Κωνσταντινούπολη, για να ξεπλύνει τη ντροπή που ένιωθε… Το Σάββατο 29 Απριλίου, αφού προετοιμάστηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τα άχραντα μυστήρια, φτάνει «εις τό ανώτατον κριτήριον των Οθωμανών», όπου ομολογεί δημοσίως και με παρρησία την πίστη του στο Χριστό… Στην προσπάθειά τους να τον μεταπείσουν, τον φυλακίζουν, τον κολακεύουν, τον εκφοβίζουν, του δίνουνε υποσχέσεις, τον βασανίζουν. Δεν τον κλονίζουν όμως. Και όταν βλέπουν το σταθερό του φρόνημα, καταλαβαίνουν πως μάταια κοπιάζουν. Αποφασίζουν, λοιπόν, να τον σκοτώσουν. ‘

Ετσι, την 1η Μαΐου 1816, ημέρα Δευτέρα και ώρα 5η «εις τόπον καλούμενον Δακτυλόπορτον» ο Ακάκιος παρέδωσε δια του ξίφους το αίμα του. Την τρίτη ημέρα από το μαρτύριό του εξαγοράζεται το λείψανό του και μεταφέρεται στο ‘Αγιον ‘Ορος. Στις 9 Μαΐου, στην Καλύβη του αγίου Νικολάου, ενταφιάζεται, σύμφωνα με την επιθυμία του, στο παρεκκλήσι των οσιομαρτύρων Ευθυμίου και Ιγνατίου, μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Η κοινή μνήμη των τριών οσιομαρτύρων, του αγίου Ευθυμίου από τη Δημητσάνα, του Αγίου Ιγνατίου από την παλιά Ζαγορά και του αγίου Ακακίου του Νεοχωρίτου (Ασβεστοχωρίτου) τιμάται την 1η Μαΐου, ημέρα του μαρτυρίου του Ακακίου. Ο άγιος Ακάκιος είναι ένας από τους τοπικούς αγίους της αγιοτόκου Μητροπόλεώς μας. Εξαιρετικά δε τιμάται στο Ασβεστοχώρι, ιδιαίτερο τόπο καταγωγής του.

Άγ. Θεοχάρης

Ο Νεομάρτυς τοῦ Χριστοῦ Θεοχάρης γεννήθηκε ἀπό Ρωμηούς γονεῖς στήν Καππαδοκία, πρίν ἀπό τήν ἵδρυση τῆς Νεάπολης (Νέβσεχιρ), στό ἐξισλαμισμένο χωριό, τά ὀνομαστά Μόσχαρα. Ἦταν ὀρφανός καί ἀπό τούς δύο γονεῖς ἀπό τήν παιδική του ἡλικία, γι’ αὐτό καί οἱ συγγενεῖς του ἐπεδίωξαν νά ἐνταχθεῖ στό σουλτανικό παιδομάζωμα κατά τούς χρόνους τοῦ Ἀχμέτ τοῦ Γ΄, ὁπότε καί νομοτύπως δέχθηκε περιτομή, προκειμένου νά γίνει γενίτσαρος.

Ὁ φιλόχριστος Θεοχάρης ποτέ του δέν ἀρνήθηκε τόν Κύριό του Ἰησοῦ Χριστό, παραμένοντας κρυπτοχριστιανός καί ἀρχικά στό στρατόπεδο καί κατόπιν στό ἱπποστάσιο τοῦ Ἰσμαήλ ἐφέντη, πού ἦταν δικαστής τοῦ στρατοπέδου καί τόν πῆρε μαζί του στή Νεάπολη. Λόγῳ δέ τῆς σώφρονας βιοτῆς καί τῆς σωματικῆς του ὠραιότητας, ὁ Θεοχάρης ἦταν ζηλευτός γαμπρός γιά τή θυγατέρα τοῦ δικαστοῦ Ἰσμαήλ.

Μετά τή σχετική πρόταση ἀπό πλευρᾶς τῆς μητέρας τῆς νύφης, ὁ Ἅγιος Θεοχάρης ἀπεκάλυψε ὅλη τήν ἀλήθεια γιά τό γεγονός ὅτι ὑπῆρξε τέκνο Χριστιανῶν γονέων καί ὅτι ὁ ἴδιος δέχθηκε τήν περιτομή ἀλλά ὄχι τήν πίστη στόν Μωάμεθ. Ὀργισμένος ὁ δικαστής παρέδωσε τόν Θεοχάρη στούς δημίους, γιά νά τοῦ ἀλλάξουν τή γνώμη.

Στήν ὑγρή φυλακή μέ νηστεία καί προσευχή συνομιλοῦσε μέ ἀγγέλους, πού φώτιζαν τό πρόσωπό του. Προπηλακίστηκε, λιθοβολήθηκε, μαστιγώθηκε καί τελείωσε τόν βίο μέ ἀγχόνη, κρεμώμενος ἀπό λεύκα στή Νεάπολη. Τό σημεῖο τοῦ μαρτυρίου του ὀνομάστηκε «Λεύκα αἵματος» ἤ «Κανλί καβάκ».

Συγχρόνως μέ τήν ἐκδημία του οὐράνιο φῶς τόν περιέλουσε, ἐνῶ ἀστραπές καί βροντές ἀνάγκαζαν τούς δημίους σέ «ἥμαρτον». Ὅσοι ἀπό τούς Νεαπολίτες χρίσθηκαν μέ τό τίμιο αἷμα τοῦ Νεομάρτυρα Θεοχάρη, θεραπεύθηκαν ἀπό κάθε νόσο καί ἀσθένεια, καθώς καί ἡ θυγατέρα τοῦ δικαστῆ Ἰσμαήλ, ἡ ὁποία εἶχε ἀσθενήσει. Τά λείψανα τοῦ Ἁγίου τά περιέσωσαν συγγενεῖς του Καππαδόκες καί κάποια ἀπό αὐτά βρέθηκαν στή Θεσσαλονίκη καί τή Λάρισα.

Ἡ Ἑταιρεία Καππαδοκικῶν Σπουδῶν, πού ἑδρεύει στή Λάρισα, τά διέσωσε καί τμῆμα τους, διά τοῦ Προέδρου της Δημητρίου Καππαδόκη, δωρίσθηκε στόν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό Ἁγίου Γεωργίου, ὅπου καί θά παραμένει ἐσαεί πρός εὐλογία καί ἁγιασμό ὅλων τῶν προσκυνητῶν.